Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαίστρα < αρχαία ελληνική παλαίστρα < παλαίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαίστρα

  1. ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος στον οποίο διεξάγεται το αγώνισμα της πάλης
  2. (μεταφορικά) το πεδίο (πνευματικό, οικονομικό κλ) στο οποίο κάποιος καλείται να αντιπαλέψει με αντίξοες συνθήκες ή να ανταγωνιστεί
     συνώνυμα: στίβος, αρένα


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαίστρα < παλαίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαίστρα θηλυκό

  1. η παλαίστρα
  2. το γυμναστήριο για το αγώνισμα της πάλης