Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλαίστρα οι παλαίστρες
      γενική της παλαίστρας των παλαιστρών
    αιτιατική την παλαίστρα τις παλαίστρες
     κλητική παλαίστρα παλαίστρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαίστρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παλαίστρα < παλαίω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈle.stɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐λαί‐στρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαίστρα θηλυκό

  1. (αθλητισμός) ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος στον οποίο διεξάγεται το αγώνισμα της πάλης
  2. (μεταφορικά) το πεδίο (πνευματικό, οικονομικό κλ) στο οποίο κάποιος καλείται να αντιπαλέψει με αντίξοες συνθήκες ή να ανταγωνιστεί
     συνώνυμα: στίβος, αρένα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παλαίστρ αἱ παλαῖστραι
      γενική τῆς παλαίστρᾱς τῶν παλαιστρῶν
      δοτική τῇ παλαίστρ ταῖς παλαίστραις
    αιτιατική τὴν παλαίστρᾱν τὰς παλαίστρᾱς
     κλητική ! παλαίστρ παλαῖστραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παλαίστρ
γεν-δοτ τοῖν  παλαίστραιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαίστρα < παλαίω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαίστρα θηλυκό

  1. (αθλητισμός) η παλαίστρα
  2. το γυμναστήριο για το αγώνισμα της πάλης

  ΠηγέςΕπεξεργασία