Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδαγωγός παιδαγωγοί
γενική παιδαγωγού παιδαγωγών
αιτιατική παιδαγωγό παιδαγωγούς
κλητική παιδαγωγέ παιδαγωγοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παιδαγωγός < αρχαία ελληνική παιδαγωγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παιδαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (στην αρχαιότητα) ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
  2. ο επιστήμονας της παιδαγωγικής
  3. ο γονέας ή ο δάσκαλος που συμβάλλει με θετικό τρόπο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παιδαγωγός < παῖς + ἀγωγός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παιδαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
  2. (μεταφορικά) δάσκαλος
  3. (μεταφορικά) καθοδηγητής στην πίστη
  4. (μεταφορικά) ηγέτης, αρχηγός