Δείτε επίσης: μεσολαβεί, μεσολάβηση

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεσολαβή οι μεσολαβές
      γενική της μεσολαβής των μεσολαβών
    αιτιατική τη μεσολαβή τις μεσολαβές
     κλητική μεσολαβή μεσολαβές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσολαβή < μεσο- στη σημασία μέση + λαβή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.so.laˈvi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐σο‐λα‐βή
ομόηχο: μεσολαβεί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσολαβή θηλυκό

  1. Lua error in Module:labels at line 79: attempt to index field '?' (a nil value). το πιάσιμο της μέσης κι από τις δυο μεριές του κορμού με τις δύο παλάμες
    ※  Τα παραγγέλματα τα έδινε προσωπικά ο καθηγητής γυμναστικής και θα σας πω μερικά από αυτά που θυμάμαι: Τάξη, προσοχή! Αραιώσατε! Στοιχηθείτε! Διάσταση, έκταση των χειρών, πρόταση των χειρών, ανάταση, στροφή της κεφαλής αριστερά, δεξιά, επί τόπου αναπηδήσεις, μεσολαβή, ατενώς, βαθιά εισπνοή και εκπνοή, σύμπτυξη, τους ζυγούς λύσατε και πολλά άλλα. (Γιάννης Γούδας, Γυμναστικές επιδείξεις, εφημερίδα Ελευθερία, 06.06.2021)
  2. (αθλητισμός, πάλη) το σφίξιμο της μέσης του αντιπάλου με ειδική λαβή
    ※ Εντυπωσιακή λαβή είναι η μεσολαβή, το σήκωμα του αντιπάλου από τη γη, οπότε εύκολα τον έριχνε στο χώμα. (Νικόλαος Τσιακάρας, Η διδακτική της πάλης, Τρίκαλα 2009, σελ. 21)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία