Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεροληψία οι μεροληψίες
      γενική της μεροληψίας των μεροληψιών
    αιτιατική τη μεροληψία τις μεροληψίες
     κλητική μεροληψία μεροληψίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεροληψία < μέρος + -ληψία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική partialité[1])

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεροληψία θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.