Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεροληπτικός η μεροληπτική το μεροληπτικό
      γενική του μεροληπτικού της μεροληπτικής του μεροληπτικού
    αιτιατική τον μεροληπτικό τη μεροληπτική το μεροληπτικό
     κλητική μεροληπτικέ μεροληπτική μεροληπτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεροληπτικοί οι μεροληπτικές τα μεροληπτικά
      γενική των μεροληπτικών των μεροληπτικών των μεροληπτικών
    αιτιατική τους μεροληπτικούς τις μεροληπτικές τα μεροληπτικά
     κλητική μεροληπτικοί μεροληπτικές μεροληπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεροληπτικός < μεροληπτώ + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεροληπτικός, -ή, -ό

  • που μεροληπτεί, που ευνοεί (αντίθετα προς τη δικαιοσύνη) το ένα από δύο αντιτιθέμενα μέρη

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία