Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροσκελής < αρχαία ελληνική μακροσκελής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροσκελής -ής -ές

  • για τμήμα λόγου ή κείμενο με μεγάλη έκταση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροσκελής < μακρός + σκέλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροσκελής, -ής, -ές