Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μακροήμερος μακροήμερη μακροήμερο
γενική μακροήμερου μακροήμερης μακροήμερου
αιτιατική μακροήμερο μακροήμερη μακροήμερο
κλητική μακροήμερε μακροήμερη μακροήμερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακροήμεροι μακροήμερες μακροήμερα
γενική μακροήμερων μακροήμερων μακροήμερων
αιτιατική μακροήμερους μακροήμερες μακροήμερα
κλητική μακροήμεροι μακροήμερες μακροήμερα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροήμερος

  1. μακρόβιος
  2. που διαρκεί πολλές ημέρες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μακροήμερος τὸ μακροήμερον οἱ, αἱ μακροήμεροι τὰ μακροήμερα
Γενική τοῦ, τῆς μακροημέρου τοῦ μακροημέρου τῶν μακροημέρων τῶν μακροημέρων
Δοτική τῷ, τῇ μακροημέρῳ τῷ μακροημέρῳ τοῖς, ταῖς μακροημέροις τοῖς μακροημέροις
Αιτιατική τὸν, τὴν μακροήμερον τὸ μακροήμερον τοὺς, τὰς μακροημέρους τὰ μακροήμερα
Κλητική μακροήμερε μακροήμερον μακροήμεροι μακροήμερα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μακροημέρω
Γενική-Δοτική μακροημέροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροήμερος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροήμερος, -ος, -ον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία