Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροβίοτος < αρχαία ελληνική μακροβίοτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροβίοτος,η,ο

  1. μακρόβιος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροβίοτος < μακρός βίος

  ΡήμαΕπεξεργασία

μακροβίοτος

  1. ο υπερβολικά μακρύς, ο με μεγάλη διάρκεια βίος που έχει ήδη βιωθεί
    μακροβίοτος ὅδε γέ τις αἰὼν ἐφάνθη γεραιοῖς, ἀκούειν τόδε πῆμ᾽ ἄελπτον : επαρατράβηξε πολύ σ΄εμάς τους γέρους η ζωή που ακόμα εμέλλετο να ζούμε αυτήν αναπάντεχα ν' ακούμε τη συμφορά(Πέρσες Αισχ. 265 απόδοση Ζερβού)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία