Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογχοφόρος < λόγχη + -φόρος (< φέρω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λογχοφόρος

  1. που είναι οπλισμένος με λόγχη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία