Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λειπανάβατος < λείπω και αναβατός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λειπανάβατος

λέγεται αποκλειστικά για το ψωμί, άζυμος· η ζύμη δεν ήταν αρκετή ώστε να γίνει αναβατός «να φουσκώσει».

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία