Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Να ελεγθχεί μήπως υπάρχει και θηλυκό σε -ίδη. Να ελεγχθεί και από ειδικό στη χημεία. Sarri.greek 08:22, 26 Ιουλίου 2021 (UTC).



Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λανθανίδες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λανθανίδες, πληθυντικός του λανθανίς < λανθάν(ιον) + -ίς (κοινή: -ίδα), μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική lanthanides, lanthanide, lanthanoid (λέξη του 1925)> lanthanum (λανθάνιο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λανθανίδα οι λανθανίδες
      γενική της λανθανίδας των λανθανίδων
    αιτιατική τη λανθανίδα τις λανθανίδες
     κλητική λανθανίδα λανθανίδες
Συνήθως στον πληθυντικό.
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

λανθανίδες θηλυκό στον πληθυντικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Κατάλογος των λανθανίδωνΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθαρεύουσα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λανθανίς αἱ λανθανίδες
      γενική τῆς λανθανίδος τῶν λανθανίδων
      δοτική τῇ λανθανίδι ταῖς λανθανίσι(ν)
    αιτιατική τὴν λανθανίδα τὰς λανθανίδας
     κλητική ! λανθανίς λανθανίδες
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
Συνήθως στον πληθυντικό.
3η κλίση, ομάδα 'δ1', Κατηγορία όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

λανθανίδες θηλυκό στον πληθυντικό (καθαρεύουσα)

  • (χημεία) πληθυντικός του λανθανίς: οι λανθανίδες
    ※  ὅλα τὰ πέραν τοῦ ἀκτινίου στοιχεῖα, ἀνήκουν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν ἀκτινιδῶν (κατ' ἀναλογίαν πρὸς τὰς λανθανίδας)
    από άρθρο στα Χημικά Χρονικά, Οικονομοτεχνικό Επαγγελματικόν και Ειδησεογραφικό Δελτίον, Τόμος 24Β, Ιούλιος 1959, Αριθμός 7 pdf@jupiter.chem.uoa.gr

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Τα παλιά ελληνικά λεξικά συνήθως δεν έχουν το λήμμα, καθώς η λέξη δεν υπήρχε όταν γράφτηκαν
  • Μερικές φορές, σε κείμενα, γραφή με -ῖδαι (*λανθανῖδαι) λόγω σύγχυσης με τα πρωτόκλιτα αρσενικά ουσιαστικά σε -ίδης, όπως είναι πολλοί ταξινομικοί όροι της ζωολογίας

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Χημικά Χρονικά, Τόμος 22, αρ. 1, Ιανουάριος 1957, σελ. 1957 pdf