Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λαθρομετανάστης οι λαθρομετανάστες
      γενική του λαθρομετανάστη των λαθρομεταναστών
    αιτιατική τον λαθρομετανάστη τους λαθρομετανάστες
     κλητική λαθρομετανάστη λαθρομετανάστες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαθρομετανάστης < λαθρο- + μετανάστης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /la.θɾɔ.mε.taˈna.stis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαθρομετανάστης αρσενικό (θηλυκό: λαθρομετανάστρια)

  • άτομο που έχει μετακινηθεί σε χώρα στην οποία δεν είναι νόμιμος υπήκοος, χωρίς να έχει τηρήσει τις διαδικασίες που ορίζουν οι νόμοι της χώρας υποδοχής. Ο παράτυπος και παράνομος μετανάστης
    ※  Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. (Απόφαση 1485 / 2010 του Αρείου Πάγου)
  • (μειωτικό) παράτυπος μετανάστης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Το 2018, το ελληνικό κράτος ζητούσε από τις υπηρεσίες του να μη χρησιμοποιείται ο όρος λαθρομετανάστης, αλλά οι όροι «παράτυπα εισερχόμενος στη χώρα», «πρόσφυγας», «μετανάστης», «οικονομικός μετανάστης», «αιτών άσυλο», με δικαιολογία την αποτροπή χρήσης μειωτικών για την προσωπικότητα όρων και την αποφυγή φαινομένων ξενοφοβίας και ρατσισμού:
    ※  Έγγραφο του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κοινοποίησε η εισαγγελία Πρωτοδικών Ηρακλείου στις διευθύνσεις Εκπαίδευσης, για την απάλειψη του μειωτικού όρου «λαθρομετανάστης» από τα υπηρεσιακά έγγραφα. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία