Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λάκα οι λάκες
      γενική της λάκας
    αιτιατική τη λάκα τις λάκες
     κλητική λάκα λάκες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. λάκα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lacca < περσική لاک (lāk) < χίντι लाख (lākh) < σανσκριτική लाक्षा (lākṣā)
  2. λάκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική laque < πορτογαλική laca / lacca < περσική لاک (lāk) < χίντι लाख (lākh) < σανσκριτική लाक्षा (lākṣā)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάκα θηλυκό

  1. είδος φυσικού βερνικιού, με το οποίο επαλείφουμε (ξύλινες) επιφάνειες
  2. (σπάνιο) η λακ για τα μαλλιά

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία