Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντόφθαλμος < κοντός + οφθαλμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοντόφθαλμος

  1. που δεν βλέπει μακριά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία