Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντόθωρος < κοντ(ο)- + -θωρος (< θ. θωρ- του θωρώ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοντόθωρος

  1. μύωπας
  2. (μεταφορικά) πρόσωπο με περιορισμένη νόηση ή διαίσθηση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία