Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατάρα οι κατάρες
      γενική της κατάρας των καταρών
    αιτιατική την κατάρα τις κατάρες
     κλητική κατάρα κατάρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατάρα < αρχαία ελληνική κατάρα < κατά + ἀρά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατάρα θηλυκό

  1. επίκληση για επέλευση κακού
  2. αναθεματισμός
  3. (μεταφορικά) μεγάλη δυστυχία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (τριγυρνάω / γυρίζω / περιφέρομαι) σαν την άδικη κατάρα: (περιφέρομαι) άσκοπα, χωρίς τελειωμό.
«Σε κυπαρίσσι ν΄ανεβεί, να μάσει τον καρπό του,
το κυπαρίσσι να είν΄ψηλό, να λυγιστεί να πέσει.
Από ψηλά να γκρεμιστεί και χαμηλά νά πέσει,
σαν το γυαλί να ραγιστεί, σαν το κερί να λιώσει·
να πέσει εις τούρκικα σπαθιά, εις φράγκικα μαχαίρια.
Πέντε γιατροί να τον κρατούν και δέκα μαθητάδες,
και δεκαοκτώ γραμματικοί τα πάθη του να γράφουν.
Κι εγώ διαβάτρια να γενώ και να τους χαιρετίσω.
Καλώς τα κάνατε, γιατροί, καλώς τα πολεμάτε,
αν κόβουν τα ψαλίδια σας, κορμί μη λυπηθείτε,
έχω κι εγώ λινό πανί σαρανταπέντε πήχες,
όλο μουρτάρια και ξαντά στου δίγνωμου τη σάρκα...»(Η κατάρα της απαρνημένης)

Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, έκδ. Βαγιονάκης, 1914

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία