Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρισκατάρατος < τρι(ς) + κατάρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρισκατάρατος, -η, -ο

  1. που είναι πάρα πολύ μισητός, πολύ καταραμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρισκατάρατος

  1. ο διάβολος