Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάρτα οι κάρτες
      γενική της κάρτας των καρτών
    αιτιατική την κάρτα τις κάρτες
     κλητική κάρτα κάρτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάρτα < ιταλική carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάρτα θηλυκό

  1. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα
    παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις
    κάρτα απεριορίστων διαδρομών
    κάρτα μέλους
  2. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο
    ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα
    ευχετήρια κάρτα
    χριστουγεννιάτικη κάρτα
  3. αντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM
    πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα
  4. κόκκινη κάρτα: (στο ποδόσφαιρο) αυτό που δείχνει ο διαιτητής σε έναν παίκτη όταν τον αποβάλλει από τον αγώνα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία