Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιατροδικαστής οι ιατροδικαστές
      γενική του ιατροδικαστή των ιατροδικαστών
    αιτιατική τον ιατροδικαστή τους ιατροδικαστές
     κλητική ιατροδικαστή ιατροδικαστές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιατροδικαστής < ιατρο- + δικαστής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική médecin légiste)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιατροδικαστής αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό & ιατροδικαστίνα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία