Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πόρισμα τα πορίσματα
      γενική του πορίσματος των πορισμάτων
    αιτιατική το πόρισμα τα πορίσματα
     κλητική πόρισμα πορίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόρισμα < (λόγιο) ελληνιστική κοινή πόρισμα[1] < πορίζω. ΄Δείτε πόρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόρισμα ουδέτερο

  1. ό,τι αποκομίζεται από τεκμηριωμένη έρευνα ή μελέτη
  2. (γενικότερα) συμπέρασμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία