Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

dom (en)

  1. (βάσεις δεδομένων) συντομογραφία του domain, για το πεδίο ορισμού των γνωρισμάτων μιάς σχέσης



Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dom (bs)

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dɔ̃m/
Ήχος 1 
Ήχος 2 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dom (pl) αρσενικό

  1. το σπίτι
    jestem w domu - είμαι σπίτι
  2. ο οίκος με τις έννοιες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία