Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιατροδικαστική < ιατρο- + δικαστική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιατροδικαστική θηλυκό

  1. επιστήμη που ασχολείται με την εφαρμογή ειδικών ιατρικών αλλά και εξ άλλων συναφών επιστημών γνώσεων, καθώς και εμπειριών, στην υποβοήθηση του έργου της δικαιοσύνης

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

ιατροδικαστική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία