Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θεριό τα θεριά
      γενική του θεριού των θεριών
    αιτιατική το θεριό τα θεριά
     κλητική θεριό θεριά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεριό < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεριό ουδέτερο

  1. το θηρίο
  2. (μεταφορικά) κάποιος ή κάτι με ασυγκράτητη δύναμη
  3. (παρωχημένο) έτσι αποκαλούσαν το πρώτο τρένο στην Ελλάδα που έκανε τη γραμμή Αθήνα-Πειραιάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία