Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θηρίον θηρίω θηρία
Γενική θηρίου θηρίοιν θηρίων
Δοτική θηρί θηρίοιν θηρίοις
Αιτιατική θηρίον θηρίω θηρία
Κλητική θηρίον θηρίω θηρία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θηρίον < υποκοριστικό του θήρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θηρίον αρσενικό

  1. μικρό άγριου ζώου
    και στην καθαρεύουσα
  2. (μεταφορικάμειωτικό) υβριστικός χαρακτηρισμός, κτήνος, ζώο
  3. (ιατρική) κακοήθης πληγή

  ΠηγέςΕπεξεργασία