Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θαυμάσιος θαυμάσια θαυμάσιο
γενική θαυμάσιου θαυμάσιας θαυμάσιου
αιτιατική θαυμάσιο θαυμάσια θαυμάσιο
κλητική θαυμάσιε θαυμάσια θαυμάσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαυμάσιοι θαυμάσιες θαυμάσια
γενική θαυμάσιων θαυμάσιων θαυμάσιων
αιτιατική θαυμάσιους θαυμάσιες θαυμάσια
κλητική θαυμάσιοι θαυμάσιες θαυμάσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάσιος < αρχαία ελληνική θαυμάσιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαυμάσιος, -α, -ο

  1. εξαιρετικά καλός, υπέροχος, τόσο καλός ώστε να προκαλεί τον θαυμασμό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάσιος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαυμάσιος [ᾰ] (θηλυκό: θαυμασία, ουδέτερο: θαυμάσιον)

  1. θαυμάσιος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία