Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάζω < αρχαία ελληνική θαυμάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαυμάζω

  1. εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάζω < θαῦμα (το ρήμα θεωρείται ότι είχε και παράλληλους τύπους θαμβαίνω και θαμβέω-θαμβῶ < θάμβος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαυμάζω

  1. μένω έκθαμβος
  2. (με αιτιατική) (για καλό) τιμώ, σέβομαι
  3. (με αιτιατική) (για κακό) εκπλήσσομαι, απορώ

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Ενεργ. φωνή: ενστ. θαυμάζω παρατατικος ἐθαύμαζον μέλλ. θαυμάσομαι και θαυμάσω αόριστος ἐθαύμασα παρακειμ. τεθαύμακα
Μέση φωνή: ενστ. θαυμάζομαι παρατατικος ἐθαυμαζόμην μέλλ. θαυμασθήσομαι αόρ. ἐθαυμάσθην και ἐθαυμασάμην παρακειμενος τεθαύμασμαι