Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θαυμάζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θavˈma.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θαυ‐μά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαυμάζω, αόρ.: θαύμασα, παθ.φωνή: θαυμάζομαι, π.αόρ.: θαυμάστηκα

  1. εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό
  2. παρατηρώ προσεκτικά
  3. (μεταφορικά) εκπλήσσομαι, απορώ
    θαυμάζω το κουράγιο του, τη γενναιότητά του
    Θαυμάζω το θράσος σου! Απορώ και εξανίσταμαι μ' αυτά που ακούω να ξεστομίζεις! (μειωτικά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυμάζω < θαῦμ(α) + -άζω (το ρήμα θεωρείται ότι είχε και παράλληλους τύπους θαμβαίνω και θαμβέω-θαμβῶ < θάμβος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαυμάζω

  1. μένω έκθαμβος
  2. (με αιτιατική) (για καλό) τιμώ, σέβομαι
  3. (με αιτιατική) (για κακό) εκπλήσσομαι, απορώ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Ενεργ. φωνή: ενστ. θαυμάζω παρατατικος ἐθαύμαζον μέλλ. θαυμάσομαι και θαυμάσω αόριστος ἐθαύμασα παρακειμ. τεθαύμακα
Μέση φωνή: ενστ. θαυμάζομαι παρατατικος ἐθαυμαζόμην μέλλ. θαυμασθήσομαι αόρ. ἐθαυμάσθην και ἐθαυμασάμην παρακειμενος τεθαύμασμαι

  ΠηγέςΕπεξεργασία