Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πίνακας κλίσης υπό κατασκευή


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζημιογόνος < ζημι(α) + -ο- + -γόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zi.mi.ɔ.ˈɣɔ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /zi.mi.ɔ.ˈɣɔ.na/ θηλυκό
ΔΦΑ : /zi.mi.ɔ.ˈɣɔ.nɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζημιογόνος, -ος/-α, -ο

  1. που αφορά αρνητικό ισοζύγιο εσόδων
    το σφάλμα της διοίκησης επέβη ζημιογόνο για την εταιρεία
    σε παντρεύτηκα γοργόνα κι έγινες ζημιογόνα
  2. που κάνει ζημιά, επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα
    το κάπνισμα είναι ζημιογόνο για την υγεία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία