Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εύχρηστος η εύχρηστη το εύχρηστο
      γενική του εύχρηστου της εύχρηστης του εύχρηστου
    αιτιατική τον εύχρηστο την εύχρηστη το εύχρηστο
     κλητική εύχρηστε εύχρηστη εύχρηστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εύχρηστοι οι εύχρηστες τα εύχρηστα
      γενική των εύχρηστων των εύχρηστων των εύχρηστων
    αιτιατική τους εύχρηστους τις εύχρηστες τα εύχρηστα
     κλητική εύχρηστοι εύχρηστες εύχρηστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εύχρηστος < αρχαία ελληνική εὔχρηστος < εὖ + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος (βλέπε και τα παρόμοια άχρηστος, δύσχρηστος, κοινόχρηστος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εύχρηστος, -η, -ο

  1. ευχρησιμοποίητος, ευχρησιμοποιούμενος, εύκολος στην χρήση - εφαρμογή
  2. που αποτελεί βασικό πρακτικό εργαλείο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία