Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δύσχρηστος η δύσχρηστη το δύσχρηστο
      γενική του δύσχρηστου της δύσχρηστης του δύσχρηστου
    αιτιατική τον δύσχρηστο τη δύσχρηστη το δύσχρηστο
     κλητική δύσχρηστε δύσχρηστη δύσχρηστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δύσχρηστοι οι δύσχρηστες τα δύσχρηστα
      γενική των δύσχρηστων των δύσχρηστων των δύσχρηστων
    αιτιατική τους δύσχρηστους τις δύσχρηστες τα δύσχρηστα
     κλητική δύσχρηστοι δύσχρηστες δύσχρηστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δύσχρηστος < αρχαία ελληνική δύσχρηστος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δύσχρηστος

  1. που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ή είναι εύκολο αλλά παρουσιάζει πιθανή επικινδυνότητα ή προβλήματα σε εφαρμογές και καταλήγει δύσχρηστο επειδή ακριβώς είναι δύσκολο να αποτρέψεις τους δευτερογενείς κινδύνους ή τα προβλήματα
    • ο γερανός φαίνεται δύσχρηστο και επικίνδυνο μηχάνημα, αλλά αν έχεις εκπαιδευτεί στους χειρισμούς και έχεις βασικές γνώσεις...
    • είναι καινούργιο κι ακριβό και όμορφο κινητό, αλλά ακούω ότι είναι δυσχρηστο
    • πρωτοποριακό λογισμικό αλλά δύσχρηστο
  2. (κατʼ επέκταση) που χρησιμοποιείται σπάνια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δύσχρηστος < δυσ- + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δύσχρηστος

  1. που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί