Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< escudo

ουσιαστικόΕπεξεργασία

εσκούδο αρσενικό

  1. ονομασία νομίσματος του Κάπο Βέρντε (Πράσινο Ακρωτήριο)
  2. παλιότερη ελληνική ονομασία νομισμάτων της Ισπανίας και της Ιταλίας που μετά καθιερώθηκε να λέγονται σκούδο (scudo)



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία