Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εσκούδο τα εσκούδα
      γενική του εσκούδου των εσκούδων
    αιτιατική το εσκούδο τα εσκούδα
     κλητική εσκούδο εσκούδα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εσκούδο < (άμεσο δάνειο) πορτογαλική escudo < λατινική scutum (ασπίδα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈsku.ðo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐σκού‐δο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εσκούδο ουδέτερο

  1. (ιστορία, νόμισμα) παλιό, χρυσό ή αργυρό ισπανικό νόμισμα (από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα)
    άλλες μορφές: σκούδο, ἐσκοῦδον (καθαρεύουσα)
    δείτε και τη λέξη δουβλόνι
  2. παλιά νομισματική μονάδα της Πορτογαλίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία