Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αργυρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αργυρός -ή, -ό

  1. Ο κατασκευασμένος από άργυρο, ο ασημένιος
    αργυρό μετάλλιο
  2. (μεταφορικά) Ο όμοιος με ασημί χρώμα
    αργυρό φεγγάρι
  3. (καταχρηστικά) επάργυρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία