Δείτε επίσης: ἐπάργυρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επάργυρος επάργυρη επάργυρο
γενική επάργυρου επάργυρης επάργυρου
αιτιατική επάργυρο επάργυρη επάργυρο
κλητική επάργυρε επάργυρη επάργυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επάργυροι επάργυρες επάργυρα
γενική επάργυρων επάργυρων επάργυρων
αιτιατική επάργυρους επάργυρες επάργυρα
κλητική επάργυροι επάργυρες επάργυρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επάργυρος < αρχαία ελληνική ἐπάργυρος < ἐπί + ἄργυρος. Συγρχονικά αναλύεται σε επ- + άργυρος.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛˈpaɾ.ʝi.ɾɔs/
συλλαβισμός: ε‐πάρ‐γυ‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επάργυρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία