Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασήμι < → λείπει η ετυμολογία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασήμι ασήμια
γενική ασημιού ασημιών
αιτιατική ασήμι ασήμια
κλητική ασήμι ασήμια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασήμι ουδέτερο

  1. πολύτιμο μέταλλο, ο άργυρος, ή ό,τι είναι από άργυρο

συχνά φοράει κοσμήματα φτιαγμένα από ασήμι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία