Δείτε επίσης: ποιητικῇ ἀδείᾳ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιητική αδεία < ποιητικῇ ἀδείᾳ (δοτική πτώση) (ποιητική άδειαδείτε τις λέξεις ποιητικός και άδεια) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

ποιητική αδεία θηλυκό

  • (λογοτεχνία) με ποιητική άδεια
    ※  παίρνει ποιητική αδεία (και αυτοδικαίως) το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το παράδοξο είδος έκφρασης « ασυνείδητη παράσταση »... (Ε.Γ Ασλανίδης, Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Η Γυναίκα της Ζάκυνθος και η ποιητική διαφωνία, εκδ. Ίκαρος, 2000, σελ. 94)
    ※  Είπα ένα ψεματάκι στο προηγούμενο κεφάλαιο, για να προσδώσω στην τοποθέτησή μου–πάντα ποιητική αδεία– μεγαλύτερη έμφαση. (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθηναϊκού, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, κεφάλαιο 29 [1])

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία