Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επιστολικός επιστολική επιστολικό
γενική επιστολικού επιστολικής επιστολικού
αιτιατική επιστολικό επιστολική επιστολικό
κλητική επιστολικέ επιστολική επιστολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιστολικοί επιστολικές επιστολικά
γενική επιστολικών επιστολικών επιστολικών
αιτιατική επιστολικούς επιστολικές επιστολικά
κλητική επιστολικοί επιστολικές επιστολικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιστολικός < ελληνιστική κοινή ἐπιστολικός < αρχαία ελληνική ἐπιστολή < ἐπιστέλλω < ἐπί + στέλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.pi.stɔ.li.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιστολικός -ή -ό

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία