Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επισήμανση οι επισημάνσεις
      γενική της επισήμανσης
επισημάνσεως*
των επισημάνσεων
    αιτιατική την επισήμανση τις επισημάνσεις
     κλητική επισήμανση επισημάνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επισήμανση < αρχαία ελληνική ἐπισήμανσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επισήμανση θηλυκό

  1. το σφράγισμα, το σημάδεμα, το μαρκάρισμα
  2. η τοποθέτηση σημαδιού ως αναγνωριστικού σήματος
    ※  όταν ο οδηγός διακρίνει πινακίδα με την επισήμανση της διεξαγωγής έργων οφείλει να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος
  3. (μεταφορικά) η ανακάλυψη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία