Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιβατηγός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιβατηγός, -ός, -ό

  • που μεταφέρει επιβάτες, που προορίζεται στη μεταφορά τους
    επιβατηγό πλοίο
    επιβατηγός ναυτιλία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία