Δείτε επίσης: ἐντατικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εντατικός η εντατική το εντατικό
      γενική του εντατικού της εντατικής του εντατικού
    αιτιατική τον εντατικό την εντατική το εντατικό
     κλητική εντατικέ εντατική εντατικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εντατικοί οι εντατικές τα εντατικά
      γενική των εντατικών των εντατικών των εντατικών
    αιτιατική τους εντατικούς τις εντατικές τα εντατικά
     κλητική εντατικοί εντατικές εντατικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εντατικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐντατικός (που διεγείρει σεξουαλικά) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intense)[1]δείτε και τη λέξη ένταση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /en.da.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ντα‐τι‐κός
τυπογραφικός συλλαβισμός: εν‐τα‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εντατικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται με ένταση
  2. χαρακτηρισμός για δραστηριότητα που γίνεται με μεγάλη ένταση, για να μειωθεί ο χρόνος επίτευξης του αποτελέσματος ή να αυξηθεί το παραγόμενο αποτέλεσμα
    εντατική καλλιέργεια

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία