Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εντατική < από τη φράση "μονάδα εντατικής θεραπείας/νοσηλείας"

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εντατική θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

εντατική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία