Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εναέριος < εν- + αέριος < αέρας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εναέριος, -ια, -ιο

  1. αυτός που βρίσκεται ή διασχίζει τον αέρα
    εναέριος σιδηρόδρομος
  2. εναέριος χώρος: το τμήμα της ατμόσφαιρας που ελέγχεται από ένα κράτος στρατιωτικά και όσον αφορά την ασφάλεια των πτήσεων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εναέριος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία