Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκθαμβωτικός η εκθαμβωτική το εκθαμβωτικό
      γενική του εκθαμβωτικού της εκθαμβωτικής του εκθαμβωτικού
    αιτιατική τον εκθαμβωτικό την εκθαμβωτική το εκθαμβωτικό
     κλητική εκθαμβωτικέ εκθαμβωτική εκθαμβωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκθαμβωτικοί οι εκθαμβωτικές τα εκθαμβωτικά
      γενική των εκθαμβωτικών των εκθαμβωτικών των εκθαμβωτικών
    αιτιατική τους εκθαμβωτικούς τις εκθαμβωτικές τα εκθαμβωτικά
     κλητική εκθαμβωτικοί εκθαμβωτικές εκθαμβωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκθαμβωτικός < (καθαρεύουσα) ἐκθαμβωτικός < ἐκθαμβώ(νω) < + -τικός < έκθαμβος[1] < ελληνιστική κοινή ἔκθαμβος. Δείτε έκ-, θάμβος, και τα ελληνιστικά ἐκθαμβητικός, ἐκθαμβόομαι.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ek.θaɱ.vo.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκ‐θαμ‐βω‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εκθαμβωτικός

  1. (κυριολεκτικά) που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του
    εκθαμβωτικά φώτα
  2. (μεταφορικά) που είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του
    εκθαμβωτική ομορφιά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη θάμβος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία