Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαμπώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θαμπώνω < ελληνιστική κοινή θαμβόω θαμβόομαι < αρχαία ελληνική θαμβέω / θαμβῶ < θάμβος < τέθηπα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θamˈbo.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαμπώνω (παθητική φωνή: θαμπώνομαι)

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι θαμπό (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές)
  2. (αμετάβατο) γίνομαι θαμπός (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές)
    βάλε το καλοριφέρ γιατί θάμπωσε το παρμπρίζ
    η έκθεση στον ήλιο θαμπώνει το βερνίκι των επίπλων
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να μην μπορεί να δει καλά με τη λάμψη μου
    με θάμπωσε ο προβολέας του άλλου αυτοκινήτου απέναντί μου
  4. (μεταβατικό) (μεταφορικά) εντυπωσιάζω κάποιον με τη λάμψη μου, την ομορφιά ή τις ικανότητές μου
    θαμπώθηκα από την ομορφιά της
     συνώνυμα: είμαι εκτυφλωτικός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία