Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

dazzle (en)

  1. θαμπώνω με τη λάμψη μου
  2. καμουφλάρω αντικείμενο με περίπλοκο μοτίβο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία