Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκθαμβος < αρχαία ελληνική ἔκθαμβος (ἐκ + θάμβος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έκθαμβος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία