Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκθαμβος < αρχαία ελληνική ἔκθαμβος (ἐκ + θάμβος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έκθαμβος

  1. έκπληκτος, εκστατικός, από θάμβος κατειλημμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία