Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκστατικός η εκστατική το εκστατικό
      γενική του εκστατικού της εκστατικής του εκστατικού
    αιτιατική τον εκστατικό την εκστατική το εκστατικό
     κλητική εκστατικέ εκστατική εκστατικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκστατικοί οι εκστατικές τα εκστατικά
      γενική των εκστατικών των εκστατικών των εκστατικών
    αιτιατική τους εκστατικούς τις εκστατικές τα εκστατικά
     κλητική εκστατικοί εκστατικές εκστατικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκστατικός < αρχαία ελληνική ἐκστατικός < ἐξίστημι < ἵστημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εκστατικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία