Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εισπράκτορας οι εισπράκτορες
      γενική του
του/της
εισπράκτορα
εισπράκτορος
των εισπρακτόρων
    αιτιατική τον/την εισπράκτορα τους/τις εισπράκτορες
     κλητική εισπράκτορα εισπράκτορες
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «επιστήμονας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εισπράκτορας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσπράκτωρ από την αιτιατική «τὸν εἰσπράκτορα»[1] < αρχαία ελληνική εἰσπράσσω / εἰσπράττω < εἰς + πράσσω / πράττω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈspɾa.kto.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ει‐σπρά‐κτο‐ρας
παλιότερος συλλαβισμός: εισ‐πρά‐κτο‐ρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εισπράκτορας αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό & εισπρακτόρισσα, εισπρακτορίνα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις εισπράττω, εις, πράκτορας και πράττω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία