Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εγκλωβισμένος εγκλωβισμένη εγκλωβισμένο
γενική εγκλωβισμένου εγκλωβισμένης εγκλωβισμένου
αιτιατική εγκλωβισμένο εγκλωβισμένη εγκλωβισμένο
κλητική εγκλωβισμένε εγκλωβισμένη εγκλωβισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκλωβισμένοι εγκλωβισμένες εγκλωβισμένα
γενική εγκλωβισμένων εγκλωβισμένων εγκλωβισμένων
αιτιατική εγκλωβισμένους εγκλωβισμένες εγκλωβισμένα
κλητική εγκλωβισμένοι εγκλωβισμένες εγκλωβισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκλωβισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκλωβίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εγκλωβισμένος, -η, -ο

  1. που έχει εγκλωβιστεί, που είναι αποκλεισμένος ή περιορισμένος σε ένα στενό χώρο και δεν έχει έξοδο διαφυγής
  2. (στο χρηματιστήριο) ο επενδυτής που αγόρασε μετοχές σε υψηλή τιμή σε μια περίοδο γρήγορης ανόδου του χρηματιστηρίου και, μην έχοντας προλάβει να εξαργυρώσει τα τυχόντα κέρδη του, δεν μπορεί να τις μεταβιβάσει λόγω της επακόλουθης ραγδαίας πτώσης των τιμών

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία