Δείτε επίσης: διστακτικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διατακτικός η διατακτική το διατακτικό
      γενική του διατακτικού της διατακτικής του διατακτικού
    αιτιατική τον διατακτικό τη διατακτική το διατακτικό
     κλητική διατακτικέ διατακτική διατακτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διατακτικοί οι διατακτικές τα διατακτικά
      γενική των διατακτικών των διατακτικών των διατακτικών
    αιτιατική τους διατακτικούς τις διατακτικές τα διατακτικά
     κλητική διατακτικοί διατακτικές διατακτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διατακτικός < διατάσσω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διατακτικός

  1. που σχετίζεται με διαταγή ή αναφέρεται σ' αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) διατακτική: έγγραφο που επιβάλλει κάτι ή δίνει την άδεια για κάτι
  3. (ουσιαστικοποιημένο) διατακτικό: (νομική) το μέρος μιας δικαστικής απόφασης που διατάζει κάτι ή εκφράζει τη βούληση του δικαστή για την εξέλιξη μιας υπόθεσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία