Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διανεμημένος η διανεμημένη το διανεμημένο
      γενική του διανεμημένου της διανεμημένης του διανεμημένου
    αιτιατική τον διανεμημένο τη διανεμημένη το διανεμημένο
     κλητική διανεμημένε διανεμημένη διανεμημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διανεμημένοι οι διανεμημένες τα διανεμημένα
      γενική των διανεμημένων των διανεμημένων των διανεμημένων
    αιτιατική τους διανεμημένους τις διανεμημένες τα διανεμημένα
     κλητική διανεμημένοι διανεμημένες διανεμημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διανεμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου διανέμω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διανεμημένος, -η, -ο

  1. που έχει διανεμηθεί
    διανεμημένες παράμετροι αναπαριστώνται συνήθως με μερικές διαφορικές εξισώσεις
  2. (δίκτυο υπολογιστών) συνώνυμο του κατανεμημένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία