Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαμαρτυρόμενος η διαμαρτυρόμενη το διαμαρτυρόμενο
      γενική του διαμαρτυρόμενου της διαμαρτυρόμενης του διαμαρτυρόμενου
    αιτιατική τον διαμαρτυρόμενο τη διαμαρτυρόμενη το διαμαρτυρόμενο
     κλητική διαμαρτυρόμενε διαμαρτυρόμενη διαμαρτυρόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαμαρτυρόμενοι οι διαμαρτυρόμενες τα διαμαρτυρόμενα
      γενική των διαμαρτυρόμενων των διαμαρτυρόμενων των διαμαρτυρόμενων
    αιτιατική τους διαμαρτυρόμενους τις διαμαρτυρόμενες τα διαμαρτυρόμενα
     κλητική διαμαρτυρόμενοι διαμαρτυρόμενες διαμαρτυρόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. διαμαρτυρόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι
  2. διαμαρτυρόμενος (θρησκεία) < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική protestant)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διαμαρτυρόμενος

  • που διαμαρτύρεται για κάτι, συνήθως ισχυρότερο από τον ίδιο, που παραπονείται και διεκδικεί να αλλάξει αυτό προς το οποίο διαφωνεί αλλά δεν έχει την εξουσία να το μεταβάλει μόνος του
    Πήγε στον διευθυντή διαμαρτυρόμενος ότι τον αδίκησε ο προϊστάμενός του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαμαρτυρόμενος αρσενικό (θηλυκό: διαμαρτυρόμενη)

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία